Σάββατο 28 Ιουλίου 2012


ΚΟΛΟΚΎΘΙΑ

Για το λαό" λένε. Κολοκύθια για το λαό.
Κονκάρδες στα πέτα βάζουν: "ελευθερία".
Κολοκύθια ελευθερία.

Τρέχουν προς τα πίσω και λένε: "τραβάμε μπρος!"
Γλύφουν κόλους, φιλάνε ποδιές κατουρημένες
και λένε: "Είμαστε υπερήφανοι!.."

Με το βιβλίο του Νόμου στο χέρι, σαν μύγες
το δίκιο και την ευημερία σκοτώνουν. Για δικιοσύνη
δεν ακούς κουβέντα. Για ελευθερία τίποτα πια.

Ελληνικέ λαέ, ως πότε;..
Με την κάννη του όπλου σου Αμάλθειο Κέρας
ανθρωπιά και αξιοπρέπεια στην Ελλάδα φέρε.



ΑΠΌ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΈΣ ΤΟΥ

Και γρήγορα τα μαχαίρια θα πάρουνε ψυχή
και θα ξέρουνε ποια κορμιά να χτυπήσουν.
Τα χέρια κάποτε μυαλό θ' αποκτήσουν
και θα ξέρουνε σε ποιους λαιμούς γύρω

να σφιχτούνε. Και τα πόδια θ' αγάλλονται τότε,
γιατί στα σωστά πάνω θα πατούνε κορμιά.
Και θα χορτάσουν πάτημα τα πόδια,
και τα μαχαίρια θα στομώσουνε απ’ το αίμα

και θα κουραστούν τα χέρια χτυπώντας.
Οι χείμαρροι τότε θα ζηλεύουνε τα αιμάτινα
ποτάμια, γιατί αυτά θα ξεπλένουν

όχι ξερόχορτα παρά ξερές ψυχές, όχι φύλλα
νεκρά, παρά νεκρές ελληνικές συνειδήσεις,
όχι άλλον μα τον έλληνα από τις βρωμιές του.

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012


Μιχαλολιάκο, στη Βουλή, σ’ αυτό τους το μπουρδέλο,
του Κασιδιάρη σ’ έστειλε το άγιο το χαστούκι.
Και δε σε στείλαμε εκεί σαν μια πουτάνα ακόμα
με σθεναρή και ρωμαλέα φωνή για να μιλήσεις,
αλλά όπως μπήκε ο Χριστός στο ναό-με το μαστίγιο.
Μπαφιάσαμε στα τόσα τους τα λόγια τόσα χρόνια.
Λόγια που λεν είτε ήσυχα, με οίηση ή με πόζα,
ή στο έδρανο το χέρι τους με δύναμη χτυπώντας,
ή λόγια δήθεν σοβαρά μ’ εμβρίθεια και με ύφος.
Λόγια ακαταλαβίστικα ’πο το  λαό, ή λόγια
με έκφρασες περίπλοκες και νόημα τάχα βύθιο.
Και μ’ ολ’ αυτά ένα χτίζουνε απέραστο ένα τείχος
που εκείνοι πίσω απ’ αυτό κλέβουνε, λεηλατούνε,
βυσσοδομούνε, ραδιουργούν και μηχανορραφούνε.
Και τρώει τα λόγια ο λαός-τη σάρκα του εκείνοι.
Παρομοιώσεις όμορφες για Μαρξ και για Κερένσκι
και ιστορίες για Σάϋλωκ, γι Αντώνιους και για Σαίξπηρ,
παράτα τα-τα έλεγε και ο Καρατζαφέρης
και τώρα για μια ψήφο μας θερμοπαρακαλάει.
Για λόγια δε σε στείλαμε εκεί αλλά για πράξεις.
Να ρίξεις ξύλο θέλουμε κι εσύ και οι δικοί σου.
Μόνο έτσι αυτοί οι άτιμοι μυαλό μπορεί να βάλουν.
Αν νοιώσουνε  ότι όλοι εσείς δε μένετε στα λόγια
μα πως σφαλιάρες δίνετε και πως γροθιές σκορπάτε
τότε θα βάλουνε μυαλό. Χτυπάτε τους αχρείους.
Πόλεμο αρχίστε μές σ’ αυτό το βδελυρό πορνείο.
Μέσα στον οίκο αυτό ανοχής, σ’ αυτό το διαφθορείο,
σώμα με σώμα αρχίσετε με τις πατρόνες μάχη.
Σε κάθε τους παλιανθρωπιά-πολλές κάθε ημέρα-
μία μικρή επανάσταση με τις γροθιές σας κάντε.
Αυτοί μας έχουνε στη γη όλους εμάς ριγμένους
και μας κλοτσάνε αλύπητα κι αλύπητα μας λιώνουν.
Και ούτε οι αλιτήριοι φόβο κανένα νοιώθουν-
και σεις δε θα ’στε εκδικητές των τόσων μας βασάνων;
Θα φοβηθείτε; Όχι δα!  Ο κλέφτης δε φοβάται
και τι; θα φοβηθείτε σεις; Εσείς-ο νοικοκύρης;
Αν θέλετε κάτι καλό να γίνει στην Ελλάδα,
τη βια με βια χτυπήστε την-και την τρομοκρατία
με μία μεγαλύτερη πλήξτε τρομοκρατία.
Θα ’ν’ η αρχή αυτή για μια επανάσταση μεγάλη
που από τη μέση μιαρούς κι ανόσιους θα βγάλει.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012


ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΈΣ ΠΟΥ ΈΡΧΟΝΤΑΙ (1)

Ποιος άλλος ν' αγωνιστεί αδέρφια μου;
Πέταξαν ένα ξεροκόμματο στον κάθε ζήτουλα
κι αυτός με τούμπες τους ευχαριστεί σαν να μη
ο ίδιος με τον ίδρωτά του να 'φτιαξε και να ’ψησε

ό,τι εκείνοι έφαγαν. Αυτούς ξεγράψτε τους ολότελα.
Ποιος άλλος ν’ αγωνιστεί; Οι ανόητοι
που πιστεύουν δημοκράτες τους πολιτικούς;
Οι πουλημένοι πολιτικάντηδες; Οι εκατομμυριούχοι

που δημιούργημα η κατάσταση αυτή δικό τους είναι;
Κάποιος πιο ίσος από την ευθεία και πιο αγνός από
το άρωμα του γιασεμιού μόνο, θα μπορούσε

να ξεχωρίσει καταστάσεις, να δει από το ύψος του
πως το σουμάρισμα δεν είναι καθαρό, πως από κάπου
άρχισ' ένα λάθος και ν' αγωνιστεί να το διορθώσει.







ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΈΣ ΠΟΥ ΈΡΧΟΝΤΑΙ (2)

Τον πόνο μας δε θα τον κρύψουμε. Μα και να τον πούμε,
πώς, με λέξεις, μπορούμε;

Δε μένει παρά ύμνους να υψώνουμε
σε κείνους που θα ’ρθουν και τον πόνο θα διώξουν.
Σε κείνους που με τις ιερές πράξεις τους,
το τιμόνι θα στρέψουνε της ζωής προς τη χαρά-
στους αγωνιστές που, ό,τι εμείς,
στη γωνιά στριμωγμένοι,
με τα όπλα των πολιτικών στα μηνίγγια μας
δεν τολμάμε,
αυτοί άτρομα θα τολμήσουν.
Σε κείνους
που την προσταγή και του δικού μας χρέους
στην δική τους δένοντας,
με διπλή θα χτυπήσουνε δύναμη.

Σπηρουνίστε το περήφανο άτι σας αδέρφια!
Και μας,
τους δειλούς,
σκόνη στο δρόμο σας μας θέλετε;
Μας θέλετε σπιρούνι;
Οπλή μας θέλετε;
Αφρό
στου αλόγου σας το στόμα;
Εδώ είμαστε!

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012


ΕΛΛΗΝΕΣ


Από φωνή άλλο τίποτα: Φωνακλάδες.
Και λεν και λεν και λεν. Ώσπου νυστάζουν.
Και πάνε και κοιμούνται. Άπρακτοι.
Γιατί δεν ξέρουν άλλο από λόγια.

Όταν ξυπνήσουν, βλέπουνε τριγύρω
υπουργούς που τους εξοντώνουνε,
κλέφτες κυβερνήτες που ό,τι έχουνε τους παίρνουν
και υπαλλήλους που τους λοιδωρούν.

Και πάλι λένε…λένε... και ξανακοιμούνται.
Ξυπνάν, τα χέρια τους δεμένα βλέπουν,
στη φυλακή βαλμένοι μέσα να 'ναι,

και να τους τρων ποντίκια το κορμί.
Το λαιμό τους καθαρίζουν μ' εν’ αυγό
και πάλι λεν …και λεν… και μόνο λεν.




Η ΚΟΛΥΜΠΉΘΡΑ
Μια Κολυμπήθρα έχουν ελληνικέ Λαέ,
και όπως τους βολεύει κάθε τι βαφτίζουν, όπως
εσένα «κοσμάκη» εβάφτισαν. Τη Σκλαβιά Λεφτεριά
την είπαν, τη Δουλεία Δουλειά, το Άδικο Δικαιοσύνη,

τα Θύματά τους Δολοφόνους, την Καταπίεση Κράτος,
και κείνους που οι ίδιοι εκμεταλλεύονται, Εργαζόμενους.
Α! Πώς Άχρωμα τα ελληνικά όλα είναι βαφτισμένα
και στο πρώτο Τίναγμα πώς τ' Όνομα το Ψεύτικο πέφτει!

Και Γυμνά και Παραπονεμένα, όλα, από το Χέρι σου
να ξαναβαφτιστούν, ελληνικέ Λαέ, περιμένουν!..
Πες, Καλέ, τα Πράγματα με τα Ονόματά τους. Ξανά,

σε Αληθινά Βαφτίσια τις Έννοιες της Ζωής μας οδήγα.
Και Νέα Κολυμπήθρα-το ξέρεις-δε χρειάζεσαι-μόνο την Παλιά,
με το Αίμα των πρώτων, των Άνομων Νουνών, γεμισμένη.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012


ΛΈΝΕ…
Τώρα ετοιμάζουν το φαϊ τους ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πώς γύρω από το λαιμό τους πετσέτες τα ιδανικά σου δένουν...

Τώρα τρώνε ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους πώς τις σάρκες
καταβροχθίζουν των παιδιών σου
που ξετσίπωτα πρόδωσαν.
Κοίτα πώς σπίθες πετάει το αγριεμένο βλέμμα τους...

Τώρα πίνουν ελληνικέ λαέ. Δες πώς ανεβοκατεβαίνει ο λάρυγγάς τους,
καθώς άπληστα το αίμα σου ρουφάνε...

Τώρα χωνεύουν ελληνικέ λαέ.
Άκου τα ρεψίματα και τους αερισμούς τους
ξαπλωμένοι όντας στη λάσπη...

Και όλο λένε πως χτίζουν ελληνικέ λαέ.
Χτίζουν μια πολιτεία ελεύθερη λένε. Χτίζουν μια πολιτεία
δίκαιη λένε. Χτίζουν μιαν Ελλάδα μεγάλη λένε. Χτίζουν
μια δημοκρατική πολιτεία για τα παιδιά σου λένε.

Ελληνικέ λαέ, τους βλέπεις όλους, πώς, διασκεδάζοντας,
κινήσεις χτισίματος με ολάδεια χέρια κάνουν.


Ο ΦΤΩΧΌΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Την ύπαρξή του μια ελαστικότητα ποτίζει
που τον κάνει παντού να ταιριάζει και σε όλα
να προσαρμόζεται. Κάποια δύναμη
τονώνει την ανεπάρκειά του δίνοντάς του

την αντοχή να κοιτάζει ακόμα γύρω,
τα χρυσά θαυμάζοντας παιχνίδια
και τους ασημένιους κύκλους
των ασεβών συναναστροφών.

Τα δίχως κουρτίνες παράθυρά του
ατενίζοντας, σαν μέσα σ' ένα κλουβί
στο άπειρο πεταμένο, νιώθει.

Και κάποτε, κάποιοι, παίζοντας,
παρασπονδούν και, απέξω περνώντας,
ένα ξεροκόμματο του πετάνε.